φώλιασμα

φώλιασμα
το, -ατος
1. το να φωλιάζει (βλ. λ.) κανείς, η παραμονή σε φωλιά.
2. (για πουλιά), το χτίσιμο φωλιάς και η διαμονή σ' αυτή.
3. (για ζώα), η κατάσταση της χειμέριας νάρκης.
4. μτφ., το να κρύβεται κανείς ή κάτι σε κάποιο μέρος: Το φώλιασμα της ανησυχίας μες στην ψυχή της δεν την άφηνε να χαρεί.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • φώλιασμα — το, Ν [φωλιάζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού φωλιάζω …   Dictionary of Greek

  • πεδίο — Στη φυσική, ο χώρος (περιορσμένος ή απεριόριστος) που σε κάθε σημείο του ένα φυσικό μέγεθος έχει μια ορισμένη τιμή, που εξαρτάται γενικά από τη θέση του θεωρούμενου σημείου στον χώρο, ενδεχομένως και από τον χρόνο. Το φυσικό μέγεθος μπορεί να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”